dropout
drop
ˈdrɒp
drop
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "dropout"στα αγγλικά

01

αποχωρητής, αποφοιτητής που εγκατέλειψε

someone who leaves school or college before finishing their studies 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dropouts
Παραδείγματα
Despite being a high school dropout, he went on to build a successful business. 

Παρόλο που ήταν ένα εγκαταλείπων του λυκείου, κατάφερε να χτίσει μια επιτυχημένη επιχείρηση.

02

κοινωνικός απομονωμένος, αποστάτης

a person who withdraws from conventional society, rejecting its norms or institutions 
Παραδείγματα
He lived as a dropout in a remote cabin for years. 

Ζούσε ως αποσυρμένος από την κοινωνία σε ένα απομακρυσμένο καλύβι για χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store