Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drop back
01
υποχωρώ, αποσύρομαι
to take a position in the rear, especially in a military formation, for strategic purposes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
drop
ενεστώτας
drop back
γ΄ ενικό πρόσωπο
drops back
ενεστώτα μετοχή
dropping back
απλός αόριστος
dropped back
παθητική μετοχή
dropped back
Παραδείγματα
The soldiers were instructed to drop back to secure the rear of the advancing unit.
Οι στρατιώτες διέταχθησαν να υποχωρήσουν για να ασφαλίσουν το πίσω μέρος της προωθούμενης μονάδας.
02
υποχωρώ, μένω πίσω
to move or retreat to a position further behind, especially in a group or a line
Παραδείγματα
During the race, the runner started to feel tired and decided to drop back from the leading pack.
Κατά τη διάρκεια του αγώνα, ο δρομέας άρχισε να νιώθει κουρασμένος και αποφάσισε να υποχωρήσει από την πρώτη ομάδα.



























