to drive in
drive
draɪv
draiv
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "drive in"στα αγγλικά

to drive in
01

σκοράρω, σκοράρω για τον δρομέα

cause a run or runner to be scored 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
drive
ενεστώτας
drive in
γ΄ ενικό πρόσωπο
drives in
ενεστώτα μετοχή
driving in
απλός αόριστος
drove in
παθητική μετοχή
driven in
02

φτάνω με αυτοκίνητο, έρχομαι με αυτοκίνητο

arrive by motorcar 
03

βιδώνω, σφυρηλατώ

cause to penetrate, as with a circular motion 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store