Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Doubting Thomas
01
δύσπιστος άνθρωπος, δύσπιστος
a person who doubts or refuses to believe anything that is presented to them without evidence or proof
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Doubting Thomases
Παραδείγματα
He is a doubting Thomas and never believes good news right away.
Είναι δύσπιστος άνθρωπος και δεν πιστεύει αμέσως τα καλά νέα.



























