Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to double over
[phrase form: double]
01
σκύβω, λυγίζω
to bend forward at the waist, typically due to laughter, pain, or a strong emotional reaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
double
ενεστώτας
double over
γ΄ ενικό πρόσωπο
doubles over
ενεστώτα μετοχή
doubling over
απλός αόριστος
doubled over
παθητική μετοχή
doubled over
Παραδείγματα
The news of her promotion left her so overwhelmed that she had to double over with gratitude and joy.
Η είδηση της προαγωγής της την άφησε τόσο συγκλονισμένη που έπρεπε να σκύψει από ευγνωμοσύνη και χαρά.



























