Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to do away with
01
καταργώ, απαλλάσσομαι
to stop using or having something
Transitive: to do away with sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away with
βασικό ρήμα
do
ενεστώτας
do away with
γ΄ ενικό πρόσωπο
does away with
ενεστώτα μετοχή
doing away with
απλός αόριστος
did away with
παθητική μετοχή
done away with
Παραδείγματα
In an effort to reduce waste, the company decided to do away with single-use plastic in its packaging.
Σε μια προσπάθεια να μειώσει τα απόβλητα, η εταιρεία αποφάσισε να καταργήσει τα πλαστικά μιας χρήσης στη συσκευασία της.
02
απομακρύνω, ξεφορτώνομαι
to put an end to someone's life
Transitive: to do away with sb
Παραδείγματα
The villain in the story sought to do away with the hero to achieve his sinister goals.
Ο κακός της ιστορίας επιδίωκε να ξεφορτωθεί τον ήρωα για να επιτύχει τους διαβολικούς του στόχους.



























