Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to do away with
[phrase form: do]
01
καταργώ, απαλλάσσομαι
to stop using or having something
Transitive: to do away with sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away with
βασικό ρήμα
do
ενεστώτας
do away with
γ΄ ενικό πρόσωπο
does away with
ενεστώτα μετοχή
doing away with
απλός αόριστος
did away with
παθητική μετοχή
done away with
Παραδείγματα
As part of the cost-cutting measures, the company chose to do away with certain non-essential services.
Ως μέρος των μέτρων μείωσης κόστους, η εταιρεία επέλεξε να καταργήσει ορισμένες μη απαραίτητες υπηρεσίες.
02
απομακρύνω, ξεφορτώνομαι
to put an end to someone's life
Transitive: to do away with sb
Παραδείγματα
Law enforcement agencies collaborated to apprehend individuals planning to do away with key witnesses in an ongoing investigation.
Οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου συνεργάστηκαν για να συλλάβουν άτομα που σχεδίαζαν να ξεφορτωθούν βασικούς μάρτυρες σε μια διερεύνηση που βρίσκεται σε εξέλιξη.



























