Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to die off
01
εξαφανίζομαι, εκλείπω
become extinct
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
die
ενεστώτας
die off
γ΄ ενικό πρόσωπο
dies off
ενεστώτα μετοχή
dying off
απλός αόριστος
died off
παθητική μετοχή
died off



























