Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deputy sheriff
01
αντιπρόσωπος σερίφη, βοηθός σερίφη
someone authorized to exercise the powers of sheriff in emergencies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
deputy sheriffs
LanGeek



























