decapitate
de
di:
ντη
ca
και
pi
pi
πι
tate
teɪt
τειτ
/dɪkˈæpɪtˌe‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "decapitate"στα αγγλικά

to decapitate
01

αποκεφαλίζω, κόβω το κεφάλι

to cut off the head of someone or something
Transitive: to decapitate a person or animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decapitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
decapitates
ενεστώτα μετοχή
decapitating
απλός αόριστος
decapitated
παθητική μετοχή
decapitated
Παραδείγματα
The legend tells of a mythical creature that supposedly decapitates its prey.
Ο θρύλος μιλά για ένα μυθικό πλάσμα που υποτίθεται αποκεφαλίζει τα θύματά του.

Λεξικό Δέντρο

decapitated
decapitate
capitate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store