Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to decapitate
01
αποκεφαλίζω, κόβω το κεφάλι
to cut off the head of someone or something
Transitive: to decapitate a person or animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decapitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
decapitates
ενεστώτα μετοχή
decapitating
απλός αόριστος
decapitated
παθητική μετοχή
decapitated
Παραδείγματα
The executioner was skilled in using the guillotine to decapitate condemned individuals.
Ο δήμιος ήταν επιδέξιος στη χρήση της γκιλοτίνας για αποκεφαλισμό καταδικασμένων ατόμων.



























