death toll
death
dɛθ
deth
toll
təʊl
tewl

Ορισμός και σημασία του "death toll"στα αγγλικά

01

αριθμός θυμάτων

the number of individuals who die as a result of an accident, war, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
death tolls
Παραδείγματα
The earthquake's death toll rose to over 1,000 as rescue operations continued. 

Ο αριθμός των νεκρών από τον σεισμό αυξήθηκε σε πάνω από 1.000 καθώς συνεχίζονταν οι επιχειρήσεις διάσωσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store