cut of meat
cut
kʌt
κατ
of
ʌv
αβ
meat
mi:t
μητ
/kˈʌt ɒv mˈiːt/

Ορισμός και σημασία του "cut of meat"στα αγγλικά

01

κομμάτι κρέατος, τομή κρέατος

a piece of meat that has been cut from an animal carcass
cut of meat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cuts of meat
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store