cut of meat
cut
kʌt
κατ
of
əv
αβ
meat
mi:t
μιτ

Ορισμός και σημασία του "cut of meat"στα αγγλικά

01

κομμάτι κρέατος, τομή κρέατος

a piece of meat that has been cut from an animal carcass 
cut of meat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cuts of meat

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store