Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Albatross
01
άλμπατρος, μεγάλο λευκό θαλάσσο πτηνό
a very large white seabird with long narrow wings found mainly in Southern Ocean and North Pacific
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
albatrosses
02
άλμπατρος, βάρος
(figurative) something that hinders or handicaps



























