Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cross out
01
διαγράφω, διαγραμμίζω
to draw a line through a word or words to show that they should be removed or ignored
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
cross
ενεστώτας
cross out
γ΄ ενικό πρόσωπο
crosses out
ενεστώτα μετοχή
crossing out
απλός αόριστος
crossed out
παθητική μετοχή
crossed out
Παραδείγματα
The editor asked the writer to cross out unnecessary sentences to improve the clarity of the article.
Ο επιμελητής ζήτησε από τον συγγραφέα να διαγράψει τις περιττές προτάσεις για να βελτιώσει τη σαφήνεια του άρθρου.



























