Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cross out
[phrase form: cross]
01
διαγράφω, διαγραμμίζω
to draw a line through a word or words to show that they should be removed or ignored
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
cross
ενεστώτας
cross out
γ΄ ενικό πρόσωπο
crosses out
ενεστώτα μετοχή
crossing out
απλός αόριστος
crossed out
παθητική μετοχή
crossed out
Παραδείγματα
The designer decided to cross out the initial concept and explore a different direction for the project.
Ο σχεδιαστής αποφάσισε να διαγράψει την αρχική ιδέα και να εξερευνήσει μια διαφορετική κατεύθυνση για το έργο.



























