Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to count off
01
μετρώ δυνατά, αριθμώ
to call out numbers in order, usually for organizational purposes or to determine positions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
count
ενεστώτας
count off
γ΄ ενικό πρόσωπο
counts off
ενεστώτα μετοχή
counting off
απλός αόριστος
counted off
παθητική μετοχή
counted off
Παραδείγματα
In preparation for the field trip, the teacher asked the students to count off to ensure everyone had a buddy.
Σε προετοιμασία για την εκδρομή, ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να μετρήσουν για να βεβαιωθούν ότι όλοι έχουν έναν σύντροφο.



























