to count off
Pronunciation
/kˈaʊnt ˈɔf/

Ορισμός και σημασία του "count off"στα αγγλικά

to count off
[phrase form: count]
01

μετρώ δυνατά, αριθμώ

to call out numbers in order, usually for organizational purposes or to determine positions
to count off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
count
ενεστώτας
count off
γ΄ ενικό πρόσωπο
counts off
ενεστώτα μετοχή
counting off
απλός αόριστος
counted off
παθητική μετοχή
counted off
Παραδείγματα
The teacher asked the students to count the chairs off before arranging them in rows.
Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να μετρήσουν τις καρέκλες πριν τις τακτοποιήσουν σε σειρές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store