aircraft
air
ˈɛə
εα
craft
krɑ:ft
κραφτ

Ορισμός και σημασία του "aircraft"στα αγγλικά

01

αεροσκάφος, αεροπλάνο

any flying vehicle 
aircraft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
aircraft
Παραδείγματα
The aircraft soared gracefully through the sky, leaving behind a trail of white vapor. 

Το αεροσκάφος αιωρήθηκε με χάρη στον ουρανό, αφήνοντας πίσω του μια ομίχλη λευκής ατμόσφαιρας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

antiaircraft
aircraft

air

+

craft

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store