to air out
air
ε
out
aʊt
αουτ

Ορισμός και σημασία του "air out"στα αγγλικά

to air out
01

to replace stale air with fresh air 

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
ενεστώτας
airing out
απλός αόριστος
aired out
παθητική μετοχή
aired out
Παραδείγματα
Air out the smoke-filled rooms. 
02

to expose something to fresh air 

Παραδείγματα
Air out your old sneakers. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store