Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Construction worker
01
εργάτης οικοδομής, οικοδόμος
a skilled laborer who performs various tasks in the construction industry, including but not limited to building, renovating, and repairing structures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
construction workers
Παραδείγματα
The construction worker spent the day laying bricks for the new house.
Ο οικοδόμος πέρασε την ημέρα τοποθετώντας τούβλα για το νέο σπίτι.



























