Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Comprehensive school
01
ολοκληρωμένο σχολείο, σχολείο γενικής εκπαίδευσης
a British or Canadian secondary school that provides a broad curriculum to students of all abilities and backgrounds, without selecting based on academic ability
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
comprehensive schools
Παραδείγματα
Students at the comprehensive school benefit from a diverse learning environment that accommodates varying abilities and interests.
Οι μαθητές του ολοκληρωμένου σχολείου ωφελούνται από ένα ποικίλο περιβάλλον μάθησης που φιλοξενεί διαφορετικές ικανότητες και ενδιαφέροντα.



























