Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come before
01
προηγούμαι, έχω προτεραιότητα έναντι
to have a higher priority or importance compared to someone or something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
before
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come before
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes before
ενεστώτα μετοχή
coming before
απλός αόριστος
came before
παθητική μετοχή
come before
Παραδείγματα
As a responsible citizen, it is important to ensure that the welfare of others comes before personal gain.
Ως υπεύθυνος πολίτης, είναι σημαντικό να διασφαλίζουμε ότι η ευημερία των άλλων προηγείται του προσωπικού κέρδους.
02
προηγούμαι, έρχομαι πριν
to appear or be presented prior to something else
Παραδείγματα
The training session will come before the practical exercises in the workshop agenda.
Η συνεδρία εκπαίδευσης θα έρχεται πριν από τις πρακτικές ασκήσεις στο πρόγραμμα του εργαστηρίου.
03
εμφανίζομαι μπροστά, παριστάνομαι ενώπιον
to stand in front of or face a person or authority for judgment or evaluation
Παραδείγματα
The accused will come before a disciplinary committee for a hearing on the alleged misconduct.
Ο κατηγορούμενος θα εμφανιστεί μπροστά σε μια πειθαρχική επιτροπή για ακρόαση σχετικά με την υποτιθέμενη κακή συμπεριφορά.
Παραδείγματα
Early forms of writing, such as hieroglyphics and cuneiform, came before the invention of the alphabet.
Οι πρώιμες μορφές γραφής, όπως οι ιερογλυφικές και η σφηνοειδής, προηγήθηκαν της εφεύρεσης του αλφαβήτου.



























