hard power
hard
hɑ:d
haad
power
paʊə
pawe

Ορισμός και σημασία του "hard power"στα αγγλικά

01

σκληρή δύναμη, αναγκαστική δύναμη

the use of military force or economic pressure to influence other countries 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The country relied on hard power to enforce its foreign policy. 

Η χώρα βασίστηκε στη σκληρή δύναμη για να επιβάλει την εξωτερική της πολιτική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store