ass face
ass
as
as
face
feɪs
feis
ass-face

Ορισμός και σημασία του "ass face"στα αγγλικά

01

κωλοπρόσωπο, αξιοκατάφρονο πρόσωπο

a person regarded as having an unattractive or contemptible face 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ass faces
Παραδείγματα
That ass face scowled while trying to carry the boxes. 

Αυτό το κώλο πρόσωπο κατσούφιασε προσπαθώντας να μεταφέρει τα κουτιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store