ham wallet
ham
ˈham
ham
wa
vo
llet
lɪt
lit

Ορισμός και σημασία του "ham wallet"στα αγγλικά

01

μουνί, μουνάκι

the external female genitalia, especially the vulva 
χιουμοριστικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
ham wallets
θηλυκό ενικό
ham wallet
neutral form
genitalia
Παραδείγματα
He joked about touching a ham wallet at the party. 

Αστειεύτηκε για το άγγιγμα ενός πορτοφολιού ζαμπόν στο πάρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store