Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to front on
01
απειλώ, εκφοβίζω
(African American) to rob, intimidate, or bully someone, often through aggression or threat
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
front
ενεστώτας
front on
γ΄ ενικό πρόσωπο
fronts on
ενεστώτα μετοχή
fronting on
απλός αόριστος
fronted on
παθητική μετοχή
fronted on
Παραδείγματα
Don't try to front on me.
Μην προσπαθείς να με front on.



























