power bottom
power
paʊə
pawe
bot
bɒt
bot
tom
tɒm
tom

Ορισμός και σημασία του "power bottom"στα αγγλικά

01

ενεργητικός δέκτης, κυρίαρχος παθητικός

a receptive partner in sex who is energetic, confident, or in control 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
power bottoms
Παραδείγματα
He joked that he's not just a bottom, but a power bottom. 

Αστέφτηκε ότι δεν είναι απλώς ένας bottom, αλλά ένας power bottom.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store