clenched fist
clenched
klɛnʧt
klencht
fist
fɪst
fist

Ορισμός και σημασία του "clenched fist"στα αγγλικά

01

σφιγμένη γροθιά, γροθιά

a hand with the fingers clenched in the palm (as for hitting) 
clenched fist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clenched fists

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store