Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Choroid plexus
01
χοριοειδές πλέγμα, δίκτυο χοριοειδών αγγείων
a network of blood vessels in the brain that produces cerebrospinal fluid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
choroid plexuses
LanGeek



























