Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chip in
[phrase form: chip]
01
συνεισφέρω, υποστηρίζω
to add one's share of money, support, or guidance
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
chip
ενεστώτας
chip in
γ΄ ενικό πρόσωπο
chips in
ενεστώτα μετοχή
chipping in
απλός αόριστος
chipped in
παθητική μετοχή
chipped in
Παραδείγματα
He chipped in by giving helpful feedback on the presentation.
Συνέβαλε δίνοντας χρήσιμα σχόλια για την παρουσίαση.



























