chicken soup
Pronunciation
/tʃˈɪkɪn sˈuːp/

Ορισμός και σημασία του "chicken soup"στα αγγλικά

01

κοτόσουπα, ζωμός κοτόπουλου

a soup made from chicken, vegetables, herbs, and sometimes noodles or rice, often consumed during times of illness or in cold weather
chicken soup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chicken soups
Παραδείγματα
She added extra garlic and ginger to her chicken soup for more flavor.
Πρόσθεσε επιπλέον σκόρδο και τζίντζερ στη σούπα κοτόπουλου της για περισσότερη γεύση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store