caesarean section
cae
si:
si
sa
ˈseə
se
rean
riən
riēn
sec
sɛk
sek
tion
ʃən
shēn

Ορισμός και σημασία του "caesarean section"στα αγγλικά

Caesarean section
01

καισαρική τομή, γέννα με καισαρική τομή

a medical procedure to deliver a baby by cutting the belly of the mother 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caesarean sections
Παραδείγματα
The doctor performed a caesarean section because of complications. 

Ο γιατρός πραγματοποίησε καισαρική τομή λόγω επιπλοκών.

caesarean section
01

καισαρική, με καισαρική τομή

of or effected by cesarean section 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store