Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Celiac disease
01
κοιλιοκάκη, δυσανεξία στη γλουτένη
a long-term autoimmune disorder that can damage one's small intestine and is triggered when one eats gluten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























