Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cash out
01
εξαργυρώνω, λαμβάνω χρήματα
to get money in exchange for selling something valuable one owns
Παραδείγματα
She plans to cash out her stocks before the market takes a downturn.
Σχεδιάζει να εξαργυρώσει τις μετοχές της πριν η αγορά πάρει μια καθοδική τροπή.
02
κλείνω το ταμείο, κάνω τη διακανονισμό
to calculate and collect all the money earned by a business by the end of the day
Παραδείγματα
Please cash out the register and hand me the money.
Παρακαλώ κλείστε το ταμείο και δώστε μου τα χρήματα.
03
αποσύρομαι, απλοποιώ τη ζωή
to make a change to live a simpler life by reconsidering career and personal values
Παραδείγματα
They cashed the hectic city life out for a peaceful countryside existence.
Εξαργύρωσαν την πολυάσχολη αστική ζωή για μια γαλήνια ύπαρξη στην ύπαιθρο.



























