car door
car
kɑ:
kaa
door
dɔ:
daw

Ορισμός και σημασία του "car door"στα αγγλικά

01

πόρτα αυτοκινήτου, πόρτα αμαξιού

the door of a car 
car door definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
car doors

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store