to burn off
burn
bɜ:n
bēn
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "burn off"στα αγγλικά

to burn off
01

καίω, καθαρίζω με φωτιά

to use a flame to remove something 
to burn off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
burn
ενεστώτας
burn off
γ΄ ενικό πρόσωπο
burns off
ενεστώτα μετοχή
burning off
απλός αόριστος
burnt off
παθητική μετοχή
burnt off
Παραδείγματα
The gardener had to burn off the old leaves to make room for new growth. 

Ο κηπουρός έπρεπε να καύσει τα παλιά φύλλα για να αφήσει χώρο για νέα ανάπτυξη.

02

καίω, καταναλώνω

to consume energy by doing physical activity 
to burn off definition and meaning
Παραδείγματα
Swimming is a full-body exercise that can help burn off calories efficiently. 

Η κολύμβηση είναι μια πλήρης άσκηση σώματος που μπορεί να βοηθήσει στην αποτελεσματική καύση θερμίδων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store