Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brown-tail moth
01
σκώρος καφέ ουράς, είδος σκώρου με ερεθιστικές τριχίδες που μπορούν να προκαλέσουν δερματικά ερεθίσματα
a moth species with irritating barbed hairs that can cause skin irritation and allergic reactions in humans
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
brown-tail moths
LanGeek



























