Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bronchial tube
01
βρογχικός σωλήνας, βρόγχος
a passage in the respiratory system that carries air from the trachea into the lungs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bronchial tubes
LanGeek



























