Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bring to
[phrase form: bring]
01
επαναφέρω στη συνείδηση, βοηθώ να επανέλθει στη συνείδηση
to help someone come back to consciousness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
to
βασικό ρήμα
bring
ενεστώτας
bring to
γ΄ ενικό πρόσωπο
brings to
ενεστώτα μετοχή
bringing to
απλός αόριστος
brought to
παθητική μετοχή
brought to
Παραδείγματα
In emergency situations, it's crucial to bring victims to as soon as possible.
Σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, είναι κρίσιμο να φέρουμε σε πλήρη συνείδηση τα θύματα το συντομότερο δυνατό.
02
φέρνω σε, εξισώνω με
to make a quantity or value equal to a specific amount
Παραδείγματα
Bring the temperature to the desired setting on the thermostat.
Φέρτε τη θερμοκρασία στην επιθυμητή ρύθμιση στον θερμοστάτη.



























