Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Electronic transfer
01
ηλεκτρονική μεταφορά, ηλεκτρονική μεταβίβαση
the movement of money or data from one account, location, or system to another using electronic systems, without physical exchange
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
electronic transfers
Παραδείγματα
She completed the payment through an electronic transfer to the supplier's account.
Ολοκλήρωσε την πληρωμή μέσω ηλεκτρονικής μεταφοράς στον λογαριασμό του προμηθευτή.
LanGeek



























