trade war
trade
treɪd
τρειντ
war
wɔ:
ουο

Ορισμός και σημασία του "trade war"στα αγγλικά

01

εμπορικός πόλεμος, εμπορική σύγκρουση

a situation where countries tax or block each other’s goods to protect their own businesses 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
trade wars
Παραδείγματα
The trade war between the two countries raised prices for everyone. 

Ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών αύξησε τις τιμές για όλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store