to pop over
pop
ˈpɒp
pop
o
əʊ
ew
ver
popover

Ορισμός και σημασία του "pop over"στα αγγλικά

to pop over
01

πέφτω πεταχτά, κάνω μια γρήγορη επίσκεψη

to visit someone or somewhere quickly and usually without planning, often for a short time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
pop
ενεστώτας
pop over
γ΄ ενικό πρόσωπο
pops over
ενεστώτα μετοχή
popping over
απλός αόριστος
popped over
παθητική μετοχή
popped over
Παραδείγματα
She popped over to her friend’s place to return a book. 

Πέρασε γρήγορα από το σπίτι του φίλου της για να επιστρέψει ένα βιβλίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store