Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pop over
01
πέφτω πεταχτά, κάνω μια γρήγορη επίσκεψη
to visit someone or somewhere quickly and usually without planning, often for a short time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
pop
ενεστώτας
pop over
γ΄ ενικό πρόσωπο
pops over
ενεστώτα μετοχή
popping over
απλός αόριστος
popped over
παθητική μετοχή
popped over
Παραδείγματα
She popped over to her friend’s place to return a book.
Πέρασε γρήγορα από το σπίτι του φίλου της για να επιστρέψει ένα βιβλίο.



























