on principle
on
ˈɒn
ον
prin
prɪn
πριν
ci
σι
ple
pəl
παλ

Ορισμός και σημασία του "on principle"στα αγγλικά

on principle
01

κατά αρχήν, από πεποίθηση

in order to follow a personal belief or rule 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She refused to attend the event on principle, as she disagreed with the cause. 

Αρνήθηκε να παραστεί στην εκδήλωση κατά αρχήν, καθώς διαφωνούσε με τον σκοπό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store