Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to make an impact
01
to have a noticeable or important effect on something or someone
Παραδείγματα
Her speech made an impact on the audience, inspiring many to take action.
Η ομιλία της έκανε αντίκτυπο στο κοινό, εμπνέοντας πολλούς να αναλάβουν δράση.



























