Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in need
01
ανάγκη, σε ανάγκη
requiring support, assistance, or resources due to a shortage or difficult circumstances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most in need
συγκριτικός βαθμός
more in need
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The charity focuses on providing food and shelter to families in need.
Ο φιλανθρωπικός οργανισμός επικεντρώνεται στην παροχή τροφής και καταλύματος σε οικογένειες σε ανάγκη.



























