in need
in
ɪn
ιν
need
ni:d
νηντ
/ɪn nˈiːd/

Ορισμός και σημασία του "in need"στα αγγλικά

01

ανάγκη, σε ανάγκη

requiring support, assistance, or resources due to a shortage or difficult circumstances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most in need
συγκριτικός βαθμός
more in need
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She donated a portion of her salary to support students in need of financial aid.
Δώρισε ένα μέρος του μισθού της για να υποστηρίξει φοιτητές που χρειάζονται οικονομική βοήθεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store