short memory
short
ˈʃɔ:t
shawt
me
me
mo
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "short memory"στα αγγλικά

01

μικρή μνήμη, περιορισμένη μνήμη

the limited ability to remember or retain information 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His short memory made it hard for him to remember names. 

Η μικρή μνήμη του έκανε δύσκολο να θυμάται ονόματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store