Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dead man's handle
01
λαβή νεκρού ανθρώπου, συσκευή ασφαλείας
a safety device on machinery that stops it from operating if the operator becomes incapacitated or loses control
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dead man's handles
Παραδείγματα
The train had a dead man's handle, which automatically applied the brakes when the driver let go of the controls.
Το τρένο είχε μια λαβή νεκρού ανθρώπου, που εφάρμοζε αυτόματα τα φρένα όταν ο οδηγός άφηνε τα χειριστήρια.



























