water skiing
wa
ˈwɔ:
vaw
ter
skiing
ski:ɪng
skiing

Ορισμός και σημασία του "water skiing"στα αγγλικά

01

θαλάσσιο σκι, σπορ θαλάσσιου σκι

the sport or activity of skiing on the surface of the water while being towed behind a motorboat 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He's competing in the water skiing championship next week. 

Αγωνίζεται στο πρωτάθλημα θαλάσσιου σκι την επόμενη εβδομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store