Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Core competency
01
βασική ικανότητα, διακριτό πλεονέκτημα
a distinctive strength or advantage that sets an organization or individual apart from competitors
Παραδείγματα
Developing core competencies in exam preparation strategies, such as time management and effective study techniques, enhances students' performance and reduces test anxiety.
Η ανάπτυξη βασικών ικανοτήτων σε στρατηγικές προετοιμασίας για εξετάσεις, όπως η διαχείριση χρόνου και οι αποτελεσματικές τεχνικές μελέτης, ενισχύει την απόδοση των μαθητών και μειώνει το άγχος των τεστ.
The company 's core competency in innovative product design propelled it ahead of its competitors.
Η βασική ικανότητα της εταιρείας στην καινοτόμο σχεδίαση προϊόντων την ώθησε μπροστά από τους ανταγωνιστές της.



























