core competency
core
ˈkɔ:
kaw
com
kɒm
kom
pe
pi
ten
tən
tēn
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "core competency"στα αγγλικά

Core competency
01

βασική ικανότητα, διακριτό πλεονέκτημα

a distinctive strength or advantage that sets an organization or individual apart from competitors 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
core competencies
Παραδείγματα
Developing core competencies in exam preparation strategies, such as time management and effective study techniques, enhances students' performance and reduces test anxiety. 

Η ανάπτυξη βασικών ικανοτήτων σε στρατηγικές προετοιμασίας για εξετάσεις, όπως η διαχείριση χρόνου και οι αποτελεσματικές τεχνικές μελέτης, ενισχύει την απόδοση των μαθητών και μειώνει το άγχος των τεστ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store