Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Colored chalk
01
χρωματιστή κιμωλία, πολύχρωμη κιμωλία
a type of chalk that comes in various hues, used for writing or drawing on chalkboards or other surfaces, commonly used in education, art, or decorative applications
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
colored chalks
Παραδείγματα
The art teacher provided students with colored chalk to create vibrant drawings on the sidewalk during the school's outdoor art event.
Ο καθηγητής τέχνης παρείχε στους μαθητές χρωματιστές κιμωλίες για να δημιουργήσουν ζωηρά σχέδια στο πεζοδρόμιο κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης εξωτερικής τέχνης του σχολείου.



























